
Στις ανθρώπινες σχέσεις, και δη στις ερωτικές, υπάρχει μία θεωρία που βρίσκει τέλεια εφαρμογή. Εγώ την ονομάζω "θεωρία της σπανακόπιτας". Έχοντας ξοδέψει κόπο, χρόνο και ενέργεια προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω ανθρώπινες συμπεριφορές που για μένα είναι ακατανόητες αλλά για όσους τις ασκούν είναι μέχρι και δικαιολογημένες (κάνω παρέα με αρρωστημένους εγωιστές, ως φαίνεται), έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσέγγιση ενός δυνητικού συντρόφου (σύντροφος: μεγάλη κουβέντα, αλλά το προτιμώ από το κάπως φτηνό για μας τα so-called καλά κορίτσια «γκόμενος») μοιάζει με το να προσπαθείς να πείσεις κάποιον να φάει τη σπανακόπιτά σου. (Όπου σπανακόπιτα, η σπεσιαλιτέ σου - συμπεριφορική, συναισθηματική, εμφανισιακή, κ.λπ, κ.λπ - αν και ομολογώ ότι πέραν της κλισέ μακαρονάδας και της ακόμα πιο κλισέ ομελέτας, δεν έχω επιχειρήσει ακόμα να συνδιαλλαγώ σοβαρά με την κουζίνα).
Ετοιμάζεις λοιπόν ένα ταψί σπανακόπιτα, εκμεταλλευόμενη το γαστριμαργικό σου ταμπεραμέντο και τον τσελεμεντέ της Βέφας (ο Μαμαλάκης είναι πιο κοσμοπολίτης, το θέμα είναι να το παίξεις και καλή νοικοκυρά) και περιμένεις να βρεις τον πρώτο διαθέσιμο για να τον κεράσεις ένα κομμάτι. Σε αυτή λοιπόν τη μάχη για να κερδίσεις τη θέση της «αρχόντισσας της κουζίνας», άρα και την καρδιά του δυνητικού παρτενέρ, υπάρχουν 4 ενδεχόμενα:
1) Το ευτυχές: ο στόχος δοκιμάζει τη σπανακόπιτα, του αρέσει, παίρνει το ταψί, παίρνει κι εσένα και ζήσαμε εμείς καλά και εσείς καλύτερα.(Μέχρι φυσικά να μπουχτίσει από το πολύ σπανάκι, αλλά μέχρι τότε, αν είσαι ξύπνια, θα χεις καταφέρει να απομνημονεύσεις και έτερες ενδιαφέρουσες συνταγές, όπως σπανακόρυζο, σουπιές με σπανάκι, κρέπες με σπανάκι και λοιπές σπανακοδημιουργίες, γιατί η βάση κάθε ανθρώπου είναι μία, κι όσο και να προσπαθείς να αποδείξεις ότι ναι, μπορείς να φτιάξεις και πένες με σολομό, κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσεις ότι μάλλον σου λείπει ο σολομός και είναι πολύ ακριβός για να τον αγοράσεις).
2) Το δυστυχές: ο στόχος δοκιμάζει τη σπανακόπιτα, δεν του αρέσει, σου φορά το ταψί κολάρο, αποφασίζει ότι δεν του αρέσει η σπανακόπιτα, σε εγκαταλείπει μόνη κι αβοήθητη αναζητώντας την τύχη του σε άλλα είδη πιτών, κι εσύ μένεις μόνη με τη Βέφα, να καρφιτσώνεις βελόνες στη χαρωπή φάτσα της έξω από τη μαγειρική της εγκυκλοπαίδεια «Παιδικό Πάρτυ».
3) Το ατυχές: ο στόχος έχει αλλεργία στο σπανάκι. Είσαι απλά γκαντέμω. Καλή τύχη στη λαϊκή της επόμενης Παρασκευής.
4) Τα αδιευκρίνιστα αίτια: Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Ο ενδιαφερόμενος παίρνει ένα κομμάτι, το μυρίζει, το δαγκώνει ελαφρώς στη γωνίτσα. Στη συνέχεια το εγκαταλείπει. Μαζί με αυτό και το ταψί. Μαζί με το ταψί και σένα. Η ύπαρξη αλλεργίας στο σπανάκι δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά. Δάγκωσε τη σπανακόπιτά σου και 24 ώρες μετά: καμία αλλεργική αντίδραση, κανένα αλλεργικό σοκ. Δεν δήλωσε ποτέ ότι δεν του αρέσει η σπανακόπιτα. Μάλιστα σε μια δαγκωματιά του ορκίστηκε ότι του θυμίζει τη σπανακόπιτα της μάνας του. (Παρένθεση: όταν ο,τιδήποτε πάνω σας του θυμίσει τη μάνα του, δεν είναι απαραίτητο ότι σας αγαπάει γι’ αυτό. Οπότε την ουρά στα σκέλια και δρόμο, προτού βρεθείτε εσείς στο χώμα και αυτός στη φυλακή – ή και το αντίστροφο.). Γιατί άραγε αυτή η σπανακοδοκιμή να είχε τόσο άδοξο τέλος;
Η περίπτωση 4 θυμίζει σε όλους μια ιστορία που έχουν ξαναζήσει. Μια εμφάνιση, μια εξαφάνιση μετά, μια επανεμφάνιση, εκ νέου μια εξαφάνιση, και γενικώς ένα άσκοπο πήγαινε έλα που ποτέ δεν διευκρινίζει αν η σπανακόπιτα άρεσε ή όχι, άρα δεν φτάνει ποτέ στο «σ’ αγαπώ», αλλά ούτε και στο «δεν σε θέλω». Και μένεις εσύ με την πίτα στο χέρι και με το τρίτο το μακρύτερο κομμάτι σπανακόπιτα στο χέρι, να αναρωτιέσαι τι δεν πήγε καλά στη συνταγή.
Και που να’ ξερες κακομοίρα μου ότι δάγκωσε και δεν κατάπιε επειδή απλώς φοβήθηκε να μη στραβοκαταπιεί.
Και που να’ ξερε ο κακομοίρης ότι η δική σου πίτα είναι η μόνη ευκολοχώνευτη που θα βρει στην αγορά.
Ετοιμάζεις λοιπόν ένα ταψί σπανακόπιτα, εκμεταλλευόμενη το γαστριμαργικό σου ταμπεραμέντο και τον τσελεμεντέ της Βέφας (ο Μαμαλάκης είναι πιο κοσμοπολίτης, το θέμα είναι να το παίξεις και καλή νοικοκυρά) και περιμένεις να βρεις τον πρώτο διαθέσιμο για να τον κεράσεις ένα κομμάτι. Σε αυτή λοιπόν τη μάχη για να κερδίσεις τη θέση της «αρχόντισσας της κουζίνας», άρα και την καρδιά του δυνητικού παρτενέρ, υπάρχουν 4 ενδεχόμενα:
1) Το ευτυχές: ο στόχος δοκιμάζει τη σπανακόπιτα, του αρέσει, παίρνει το ταψί, παίρνει κι εσένα και ζήσαμε εμείς καλά και εσείς καλύτερα.(Μέχρι φυσικά να μπουχτίσει από το πολύ σπανάκι, αλλά μέχρι τότε, αν είσαι ξύπνια, θα χεις καταφέρει να απομνημονεύσεις και έτερες ενδιαφέρουσες συνταγές, όπως σπανακόρυζο, σουπιές με σπανάκι, κρέπες με σπανάκι και λοιπές σπανακοδημιουργίες, γιατί η βάση κάθε ανθρώπου είναι μία, κι όσο και να προσπαθείς να αποδείξεις ότι ναι, μπορείς να φτιάξεις και πένες με σολομό, κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσεις ότι μάλλον σου λείπει ο σολομός και είναι πολύ ακριβός για να τον αγοράσεις).
2) Το δυστυχές: ο στόχος δοκιμάζει τη σπανακόπιτα, δεν του αρέσει, σου φορά το ταψί κολάρο, αποφασίζει ότι δεν του αρέσει η σπανακόπιτα, σε εγκαταλείπει μόνη κι αβοήθητη αναζητώντας την τύχη του σε άλλα είδη πιτών, κι εσύ μένεις μόνη με τη Βέφα, να καρφιτσώνεις βελόνες στη χαρωπή φάτσα της έξω από τη μαγειρική της εγκυκλοπαίδεια «Παιδικό Πάρτυ».
3) Το ατυχές: ο στόχος έχει αλλεργία στο σπανάκι. Είσαι απλά γκαντέμω. Καλή τύχη στη λαϊκή της επόμενης Παρασκευής.
4) Τα αδιευκρίνιστα αίτια: Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Ο ενδιαφερόμενος παίρνει ένα κομμάτι, το μυρίζει, το δαγκώνει ελαφρώς στη γωνίτσα. Στη συνέχεια το εγκαταλείπει. Μαζί με αυτό και το ταψί. Μαζί με το ταψί και σένα. Η ύπαρξη αλλεργίας στο σπανάκι δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά. Δάγκωσε τη σπανακόπιτά σου και 24 ώρες μετά: καμία αλλεργική αντίδραση, κανένα αλλεργικό σοκ. Δεν δήλωσε ποτέ ότι δεν του αρέσει η σπανακόπιτα. Μάλιστα σε μια δαγκωματιά του ορκίστηκε ότι του θυμίζει τη σπανακόπιτα της μάνας του. (Παρένθεση: όταν ο,τιδήποτε πάνω σας του θυμίσει τη μάνα του, δεν είναι απαραίτητο ότι σας αγαπάει γι’ αυτό. Οπότε την ουρά στα σκέλια και δρόμο, προτού βρεθείτε εσείς στο χώμα και αυτός στη φυλακή – ή και το αντίστροφο.). Γιατί άραγε αυτή η σπανακοδοκιμή να είχε τόσο άδοξο τέλος;
Η περίπτωση 4 θυμίζει σε όλους μια ιστορία που έχουν ξαναζήσει. Μια εμφάνιση, μια εξαφάνιση μετά, μια επανεμφάνιση, εκ νέου μια εξαφάνιση, και γενικώς ένα άσκοπο πήγαινε έλα που ποτέ δεν διευκρινίζει αν η σπανακόπιτα άρεσε ή όχι, άρα δεν φτάνει ποτέ στο «σ’ αγαπώ», αλλά ούτε και στο «δεν σε θέλω». Και μένεις εσύ με την πίτα στο χέρι και με το τρίτο το μακρύτερο κομμάτι σπανακόπιτα στο χέρι, να αναρωτιέσαι τι δεν πήγε καλά στη συνταγή.
Και που να’ ξερες κακομοίρα μου ότι δάγκωσε και δεν κατάπιε επειδή απλώς φοβήθηκε να μη στραβοκαταπιεί.
Και που να’ ξερε ο κακομοίρης ότι η δική σου πίτα είναι η μόνη ευκολοχώνευτη που θα βρει στην αγορά.

γιατι σπανακόπιτα; και γιατι όχι ζαμπονοτυρόπιτα; ή μακαρονόπιτα; ή πατατόπιτα; ή πιπερόπιτα; ή καρυδόπιτα; ή χορτόπιτα; ή κρεατόπιτα ή και κιμαδόπιτα, γιατί όχι; ή μηλόπιτα; ή σοκολατόπιτα; ε; ε;
ΑπάντησηΔιαγραφήγιατί όμως;
η περιπτωση προσπαθειασ βελτιωσης της συνταγης φερνει αποτελεσμα?
ΑπάντησηΔιαγραφήστριφτη?
ηπερωτικη?
χωρις φυλλο?
@olga2000bakella: Το θέμα είναι να αλλάξεις το κύριο συστατικό. Τουτ' έστιν, το σπανάκι. Αν το σπανάκι γίνει ζαμπόν-τυρί, κασέρι, κιμάς, μανιτάρια και λοιπά εναλλακτικά συστατικά πιτών, ίσως να έχεις μια δεύτερη ευκαιρία. Τουλάχιστον για τις περιπτώσεις 2 & 3. Για την περίπτωση 4 νομίζω ότι η μόνη εναλλακτική λύση είναι να ακινητοποιήσεις το υποκείμενο με το ταψί ή όποιο βαρύ οικιακό σκεύος έχεις πρόχειρο.
ΑπάντησηΔιαγραφή@Sandra Dee:γιατί είναι παραδοσιακή, τρώγεται και νηστίσιμη, βγαίνει και σε κατεψυγμένη και βασικά μ' αρέσει.