Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009


Πάει κιόλας ένας μήνας. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση, που λένε. Δηλαδή φωνή υπήρξε. Ακρόαση δεν έγινε. Η Ανθή λέει ότι όταν δεν παίρνεις εσύ τις αποφάσεις, τις παίρνει η ζωή για σένα. Βολικό αρκετά. Και σε μένα λειτούργησε μάλλον. Αντι να μπω στη διλημματικού τύπου ερώτηση, "να σηκώσω ή να μην σηκώσω το τηλέφωνο", το σύμπαν έπαιξε το παιχνίδι του, τα κανε πλακάκια με το Μορφέα, και μου χάρισε ύπνο βαρύ και αντίληψη ελαφριά και έτσι δεν αντελήφθην το τηλέφωνο που χτύπησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 25ης 'η 26ης Ιουνίου. Να χε άραγε σκοπιά και να βαριότανε; Να' χε άραγε μετανιώσει για τα τελευταία φθονερά μηνύματα του πληγωμένου εγωισμού; Να' ταν άραγε απλά πιωμένος και να' θελε να αποτελειώσει την ήδη ισοπεδωμένη επαφή μας; Ποτέ δεν θα μάθω τι είχε στο μυαλό του εκείνη τη νύχτα. Ποτέ δεν θα μάθω τι είχε στο μυαλό του γενικώς. Αν και φοβάμαι ότι ούτε ο ίδιος ξέρει ή θα μάθει ποτέ. Το στοίχημα χάθηκε. Το πείσμα μου ασθένησε. Η Μητέρα Τερέζα απέτυχε στο ρόλο της, η γυναίκα απέτυχε στην αποστολή της, η φίλη απέτυχε στην κατανόησή της, η ψυχολόγος απέτυχε στη βοήθειά της. Κι έμεινε η Γαρούφω. Μόνη. Να αναρωτιέται αν αξίζουν τον κόπο τελικά αυτές οι μικρές ή μεγάλες αδιέξοδες ιστορίες πάθους, μίσους, έρωτα και μεγάλης χαζοχαρούμενης βλακώδους καρτερίας για τον πρίγκηπα που αντί για άσπρο άλογο, οδηγεί φορτηγό από εργοστάσιο της AMSTEL...

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009


Βρες μου έναν άνθρωπο που να είναι ευτυχισμένος. Ή τουλάχιστον να λέει ότι είναι. Να προσποιείται ότι είναι. Να πείθει τους άλλους ότι είναι. Κουράστηκα με τόση μιζέρια. Όλοι κουβαλούν προβλήματα,όλοι βουτάνε στη μιζέρια τους, όλοι καλλιεργούνε τη μιζέρια τους, συντηρούνε τη μιζέρια τους, και το χειρότερο απ' όλα, τη μεταδίδουν. Κουράστηκα με τόσες κακές διαθέσεις. Τόσες άχρωμες φάτσες, που δεν λυπούνται, αλλά δεν χαίρονται κιόλας, που πνίγονται στην κουταλιά τους, αλλά φοβούνται να αφήσουν το κουτάλι, που σέρνουνε το κουφάρι τους σαν αγγαρεία, αλλά τρέμουν κι όταν τους πάθει κάτι. ΜΕ ΚΟΥΡΑΣΑΤΕ.



Και με κούρασα.




Υ.Γ.1 Βέβαια, αν η ζωή και οι άνθρωποι ήταν τέλειοι κι ευτυχείς, δεν θα' χε κανένα ενδιαφέρον.




Υ.Γ.2 Γιατί τώρα έχει;

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Είναι βραδιές που θέλω κάπου να μιλήσω,από ένα χέρι να πιαστώ,
να βγω έξω να ζήσω,για ένα τσιγάρο, ένα ποτό,ν
α πιάσω κάποιον να του πω:"Δώσ’ μου το χρόνο σου...
κι εγώ θα γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου.
"Μα η τρομαγμένη μου καρδιά μου λέει:Δε γίνεται.
Στου πρώτου άγνωστου το πρώτο "γεια"δεν παραδίνεται.
Εγώ δεν ξέρω αν έχω στάλα λογική.
Φτάνω στο σπίτι, λέω "μπαίνω φυλακή".
Εκείνος έρχεται κοντά μου, μ’ αγκαλιάζει
κι ύστερα μόνος στα προβλήματα βουλιάζει.
Παραπονιέται, βλαστημάει τον εαυτό του,
και λίγο πριν το τελευταίο χασμουρητό του
με πιάνει κρίση,
σέρνεται απάνω μου τον έρωτα να ζήσει.

Κι εγώ είμαι μόνη, για χρόνια έχτιζα έναν τοίχο.
Ύστερα τρόμαξα και θέλησα να φύγω.
Άρχισα τότε με αγωνία να γκρεμίζω,
να λέω "βοήθα με, Χριστέ" και να δακρύζω.
Πήρα τους δρόμους και διέξοδο ζητούσα,
χαμένα όνειρα και χρόνια κυνηγούσα.
Καπνός και σκόνη,
και όλα γύρω μου φωνάζουν"είμαι μόνη".
Οι πιο μεγάλες νύχτες
είναι αυτές που κλαις και δε σ’ ακούν.
Θυμίζουνε γυναίκες,
μοναχικές γυναίκες που πονούν.
(Μοναχικές γυναίκες / Ελένη Δήμου, Γλυκερία, Τάνια Τσανακλίδου)

Έκανα το πρώτο μου τσιγάρο στο μπαλκόνι. Απαγορεύεται λέει το κάπνισμα εντός εταιρείας, γιατί αν μπει κανείς θα μας βάλει πρόστιμο. Αυτή η προστιμοφοβία είναι άνευ προηγουμένου. Λες και το σύμπαν έχει δημιουργήσει κοσμική συνομωσία με τους απανταχού ελεγκτικούς μηχανισμούς κρατών και οργανισμών για να ελέγχουν αν εγώ ή ο μπαμπάς καπνίζουμε εν ώρα εργασίας. Δηλώνω ευθαρσώς ότι αν είναι να πληρώσω πρόστιμο επειδή έκανα μια τζούρα απ' τα ολντ χόλμπορν μου, χαλάλι.

Μπαλκονάτο σου λέει τώρα. Ή και ταρατσάτο. Σαν εκείνο το παλιό θεατρικό που λεγόταν "Τσιγάρο στην ταράτσα". Και δεν έχουμε και μπαλκόνι εταιρείας απέναντι, να πεις ότι θα κάνεις και καμιά γνωριμία. Διοτί μη νομίζεις, αυτός είναι ο στόχος κατά βάση. Η ενίσχυση της ανθρώπινης επικοινωνίας. Δεν θα χρειάζεται να παίρνεις τον άλλο στο κινητό να τον ρωτάς τι κάνει. Θα στέλνεις σήματα καπνού απ' το μπαλκόνι. Τώρα αν αναρωτιέσαι αν το ξεφύσημα της τζούρας σου αρκεί για να στείλει σήμα καπνού, σε πληροφορώ ότι προκειμένου να το κάνεις αυτό το τσιγάρο και να είσαι και on time όταν θα επιστρέψεις στο γραφείο σου από το cigarette break, είσαι ικανός να ρουφάς με στόμα και ρουθούνια μαζί.

Αλλά αυτόν το ρατσισμό με το τσιγάρο δεν τον καταλαβαίνω. Διαμαρτύρονται λέει οι παθητικοί καπνιστές. Τους μολύνουμε τον αέρα. Και τα μηχανάκια μολύνουν τον αέρα, και τα εργοστάσια μολύνουν τον αέρα, και τα πατσουλιά που φοράει το ψώνιο που βάφεται σαν την Άντζελα Δημητρίου σε πρεμιέρα στη Νεράιδα μολύνει τον αέρα, δεν είδα όμως κανένα να βάζει πρόστιμο στις γκόμενες που φοράνε τα πατσουλιά. Γιατί το δικό μου δικαίωμα στην αυτοκαταστροφή, τα κίτρινα δόντια και τα μαύρα πνευμόνια να είναι κατώτερο σε ισχύ από το δικαίωμα της κάθε μαντάμ να ντύνεται, φέρεται, βάφεται και αρωματίζεται (ή μάλλον πατσουλίζεται) σαν λατέρνα;

Περιμένω απ' τους αρμόδιους μια απάντηση.